ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
Γεώργιος Αγραπίδης • 25 Φεβρουαρίου 2024
Ο θεσμός της προαιρετικής ασφάλισης
δίνει τη δυνατότητα σε πρόσωπα που ήταν ασφαλισμένα στο τ. ΙΚΑ, να συνεχίσουν την ασφάλισή τους, καταβάλλοντας την αντίστοιχη εισφορά, εφόσον για διάφορους λόγους δεν παρέχουν πια εξαρτημένη εργασία. Μέσω της διαδικασίας λοιπόν αυτής παρέχεται η δυνατότητα σε όσους έχουν διακόψει την εργασία τους, είτε λόγω απολύσεως, οικειοθελούς αποχωρήσεως ή και για άλλες αιτίες, να καλύψουν συντάξιμο χρόνο και να ζητήσουν συνέχιση της ασφάλισης για κύρια σύνταξη ή ασθένεια ή επικουρική σύνταξη ή και για όλα μαζί. Ο θεσμός της προαιρετικής ασφάλισης παρέχει τη δυνατότητα ασφάλισης για όλους ή για ένα μόνο κλάδο από αυτούς που ασφαλίζονται στο τ. ΙΚΑ.
Ειδικότερα απαιτείται ο ασφαλισμένος να έχει πραγματοποιήσει είτε i) χίλιες πεντακόσιες (1.500) τουλάχιστον ημέρες εργασίας εντός των 5 τελευταίων ετών από την τελευταία ημέρα εργασίας, είτε ii) τρεις χιλιάδες (3.000) ημέρες οποτεδήποτε. Σε περίπτωση διαδοχικής ασφάλισης μπορεί να προσμετρηθεί ο χρόνος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε στον προηγούμενο ασφαλιστικό φορέα. Αποκλείεται η προαιρετική ασφάλιση εφόσον ο ασφαλισμένος κριθεί μη ικανός για εργασία με γνωμάτευση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής ή έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές ασφαλιστικών εισφορών κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης. Η υπαγωγή στον ανωτέρω θεσμό συντελείται μόνο κατόπιν υποβολής σχετικής γραπτής αίτησης στο υποκατάστημα του e-ΕΦΚΑ του τόπου κατοικίας.
Η προαιρετική ασφάλιση αρχίζει πάντα από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως και ποτέ αναδρομικά. Διακόπτεται οποτεδήποτε κατόπιν γραπτής αιτήσεως του ασφαλισμένου. Η προαιρετική ασφάλιση πραγματοποιείται υποχρεωτικά για 25 ημέρες ασφάλισης το μήνα και 300 συνολικά το χρόνο.
Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να καταβάλει κατά μήνα ολόκληρο το ποσό της εισφοράς, δηλαδή την εισφορά εργαζομένου και εργοδότη, με βάση τις αποδοχές της τελευταίας ημέρας εργασίας του. Πάντως σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερες από το 25πλάσιο του τεκμαρτού ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη της αντίστοιχης ασφαλιστικής κλάσης.

Έχει πλέον εδραιωθεί η σύγκλιση όλων των ειδικών ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στον γενικό κανόνα της εξόδου στα 62 ή τα 67 που ισχύει εδώ και μία τετραετία, ήδη από την 1.1.2022. Οι αιτήσεις συνταξιοδότησης και φέτος θα σημειώσουν αύξηση τουλάχιστον κατά 20% και ιδίως στο Δημόσιο άνω του 50%. Οι ασφαλισμένοι άνδρες και γυναίκες του Δημοσίου που επιθυμούν να συνταξιοδοτηθούν με μειωμένη σύνταξη θα πρέπει να δύνανται (ακόμη και με εξαγορές πλασματικών ετών) ή να έχουν αναδρομικώς ήδη συμπληρώσει 25 ακέραια έτη ασφάλισης έως 31.12.2012, ΑΛΛΑ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ και το προβλεπόμενο όριο ηλικίας (55 το 2010, 56 το 2011, 58 το 2012) έως 31.12.2022. Ενόψει, λοιπόν, ενδεχόμενων μεταβολών στο ασφαλιστικό και επειδή πλέον έχει μπει φρένο σε πρόωρες (πριν τα 62) συνταξιοδοτήσεις, θα πρέπει οι ασφαλισμένοι, ηλικίας από 55 έως και 60 στο Δημόσιο να είναι σε επαγρύπνηση, αναφορικά με την ενεργοποίηση της συνταξιοδοτικής διαδικασίας, καθώς ο κίνδυνος του εγκλωβισμού μπορεί να αποβεί μεγάλος. Επίσης, απαιτείται προσοχή, καθώς τα όρια ηλικίας μειωμένης σύνταξης στο Δημόσιο, δεν υπέστησαν, με σχετική δευκρινιστική εγκύκλιο του ΓΛΚ, μεταβατικές αυξήσεις, ώστε να επεκταθεί η διατήρηση/κατοχύρωση του μεταβατικού ορίου ηλικίας (όπως ισχύει στις λοιπές κατηγορίες ασφαλισμένων) και μετά την 01/01/2022! Το «πέναλτι» της μείωσης (που φθάνει έως και το 30%) εφαρμόζεται μόνο στο ποσό της Εθνικής Σύνταξης και όχι στο σύνολο, ενώ η Ανταποδοτική Σύνταξη χορηγείται πλήρης. Υπό την ανωτέρω προοπτική, η έξοδος καθίσταται συμφέρουσα για όλους τους υπαλλήλους που έχουν κατοχυρωμένο δικαίωμα μειωμένης, αλλά απέχουν πολύ από τα νέα όρια για πλήρη. Πρέπει, τέλος, να διευκρινιστεί ότι η χρήση πλασματικών ετών αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο ώστε να θεμελιωθεί το συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Η επιλογή αυτή είναι συμφέρουσα για όσους συμπληρώνουν με τα πλασματικά πλήρη την 25ετία τα έτη 2010, το 2011 και το 2012 και με ταυτόχρονη συμπλήρωση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτούνται. Οι πιο συνηθισμένες περιπτώσεις αναγνώρισης είναι η στρατιωτική θητεία, ο χρόνος σπουδών και η αναγνώριση τέκνων. Η εξαγορά συμφέρει ιδιαίτερα κάποιες κατηγορίες ασφαλισμένων, οι οποίοι με τα πλασματικά έτη ξεκλειδώνουν την πόρτα της συνταξιοδότησης θεμελιώνοντας δικαίωμα ή φέρνουν νωρίτερα την έξοδο αυξάνοντας ταυτόχρονα – ενίοτε σημαντικά – το προσδοκώμενο ποσό της σύνταξης.

Το 2027 πλησιάζει και μαζί του η μεγάλη αλλαγή στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης. Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο (Ν. 4336/2015), τα όρια ηλικίας επανεξετάζονται ανά πενταετία, με βάση το προσδόκιμο ζωής. Αυτό σημαίνει ότι το 62ο και το 67ο έτος, που σήμερα αποτελούν «ορόσημα» για μειωμένη και πλήρη σύνταξη αντίστοιχα, ενδέχεται να αυξηθούν κατά έξι μήνες ή και έναν χρόνο. Η πιθανή αύξηση προκαλεί αγωνία σε χιλιάδες ασφαλισμένους που βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση. Σημαντικό είναι να γνωρίζουν ότι όσοι έχουν ήδη «θεμελιώσει» δικαίωμα με βάση τον νόμο (δηλαδή έχουν συμπληρώσει τα απαραίτητα έτη ασφάλισης και το όριο ηλικίας έως 31/12/2021), δεν επηρεάζονται από μελλοντικές αλλαγές. Αντίθετα, όσοι συμπληρώνουν προϋποθέσεις μετά το 2022, θα κριθούν με βάση τα νέα όρια που θα ισχύσουν από το 2027. Παράλληλα, οι ευκαιρίες για πρόωρη έξοδο περιορίζονται. Ο χρόνος στρατού, σπουδών ή παιδιών μπορεί να εξαγοραστεί, αλλά δεν αρκεί από μόνος του για να «κλειδώσει» κάποιος την έξοδο στα 62 με 40 χρόνια ασφάλισης. Εξίσου κρίσιμο είναι να ελεγχθεί η ασφάλιση σε διαφορετικά Ταμεία, ώστε να μην υπάρξουν κενά. Το μήνυμα προς τους ασφαλισμένους είναι σαφές: το 2025–2026 αποτελεί περίοδος στρατηγικών αποφάσεων. Όσοι βρίσκονται κοντά στη θεμελίωση, πρέπει να εξετάσουν άμεσα αν τους συμφέρει να αναγνωρίσουν χρόνο ή να συνεχίσουν την εργασία, ώστε να αποφύγουν τυχόν δυσάρεστες εκπλήξεις μετά το 2027. Η δημόσια συζήτηση για τις επερχόμενες αλλαγές έχει ήδη ξεκινήσει και αναμένεται να κορυφωθεί μέσα στο 2026, όταν το Υπουργείο Εργασίας θα αποφασίσει αν και πόσο θα αυξηθούν τα όρια ηλικίας. Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν γραφτεί και ακουστεί πολλά για αυξήσεις των ορίων ηλικίας για συνταξιοδότηση και καθημερινά οι πολίτες εκφράζουν την αγωνία και την ανασφάλειά τους για το θέμα αυτό. Τα ερωτήματα, οι φόβοι και οι προβληματισμοί έγκεινται στο τι θα αλλάξει από το 2022, και αν θα οδηγηθούμε όλοι στη δυνατότητα συνταξιοδότησης στα 62 με 40 έτη ασφάλισης ή στα 67 με τουλάχιστον 15, προκειμένου να απονεμηθεί η πλήρη σύνταξη.

Η υποβολή του αιτήματος συνταξιοδότησης, ακολουθεί την προηγούμενη μελέτη των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, ώστε να διαπιστώνεται κάθε φορά εάν συντρέχουν αυτές και κατ΄επέκταση εάν θα ακολουθήσει η καταβολή της σύνταξης προς τους δικαιούχους. Άραγε υπάρχει περίπτωση να απορριφθεί μία αίτηση συνταξιοδότησης; Η απάντηση είναι καταφατική, καθώς, όπως προκύπτει από τα στοιχεία, μία στις τρεις αιτήσεις απορρίπτεται. Ο βασικός λόγος της απόρριψης τους από τις υπηρεσίες του ΕΦΚΑ, είναι τα ελλιπή δικαιολογητικά. Ειδικότερα, συναντούμε εκείνες τις αιτήσεις οι οποίες συνοδεύονται μεν από όλα τα δικαιολογητικά, αλλά αυτά τα δικαιολογητικά δεν στοιχειοθετούν την ύπαρξη συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Οι αιτήσεις αυτές απορρίπτονται. Συνεπώς οι ασφαλισμένοι, όταν ικανοποιήσουν τα κριτήρια της συνταξιοδότησης, θα πρέπει να υποβάλλουν ξανά αίτηση στον ΕΦΚΑ, προκειμένου να λάβουν μελλοντικά την εν λόγω παροχή. Επίσης, άλλες αιτήσεις που απορρίπτονται είναι εκείνες που δεν συνοδεύονται από όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Αυτές οι αιτήσεις απορρίπτονται προσωρινά, μέχρι ο ασφαλισμένος να φέρει τα ελλείποντα δικαιολογητικά. Εφόσον συμβεί αυτό, τότε οι αίτηση του παίρνει ξανά το δρόμο της επεξεργασίας κα της εκκαθάρισης και ως εκ τούτου ανοίγει ο δρόμος για την καταβολή της σύνταξης.
