Ο «νόμος Κατρούγκαλου» και οι πρακτικές συνέπειες σήμερα

Δέκα χρόνια μετά την ψήφισή του, ο Ν. 4387/2016, γνωστός ως «νόμος Κατρούγκαλου», εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία υπολογίζονται οι περισσότερες συντάξεις στην Ελλάδα. Μπορεί έκτοτε να τροποποιήθηκε πολλές φορές, κυρίως με τον Ν. 4670/2020 και μεταγενέστερες παρεμβάσεις, ωστόσο ο βασικός του μηχανισμός δεν έχει καταργηθεί.
Μία σύνταξη με δύο τμήματα
Η σημαντικότερη αλλαγή που επέφερε ήταν η καθιέρωση ενός ενιαίου τρόπου υπολογισμού για τους ασφαλισμένους όλων των πρώην Ταμείων. Η κύρια σύνταξη αποτελείται πλέον από δύο διακριτά τμήματα: την εθνική σύνταξη, η οποία χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, και την ανταποδοτική σύνταξη, η οποία εξαρτάται από τις εισφορές, τις συντάξιμες αποδοχές και τα συνολικά έτη ασφάλισης.
Το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης ανέρχεται το 2026 σε 446,87 ευρώ. Δεν καταβάλλεται, όμως, πάντοτε ολόκληρο. Μειώνεται όταν ο ασφαλισμένος έχει λιγότερα από 20 έτη ασφάλισης, όταν δεν διαθέτει 40 έτη νόμιμης και μόνιμης διαμονής στην Ελλάδα ή όταν αποχωρεί με μειωμένη σύνταξη.
Μετρά ολόκληρη η ασφαλιστική πορεία
Στον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των συντάξιμων αποδοχών από το 2002 έως τον μήνα πριν από την υποβολή της αίτησης. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκούν ορισμένα χρόνια υψηλών αποδοχών λίγο πριν από τη συνταξιοδότηση. Χαμηλοί μισθοί, ανεργία, διακοπές ασφάλισης και επιλογή χαμηλής ασφαλιστικής κατηγορίας από τους ελεύθερους επαγγελματίες επηρεάζουν άμεσα το τελικό ποσό.
Παράλληλα, στις νέες συντάξεις γήρατος δεν προβλέπεται ένα ενιαίο κατώτατο ποσό που να προστατεύει όλους τους ασφαλισμένους. Έτσι, ένας πολίτης με λίγα χρόνια ασφάλισης και χαμηλές αποδοχές μπορεί να λάβει ιδιαίτερα χαμηλή σύνταξη, ακόμη και αν έχει συμπληρώσει το απαιτούμενο όριο ηλικίας.
Τι είναι η προσωπική διαφορά
Ο νόμος προέβλεψε και τον επανυπολογισμό των συντάξεων που είχαν απονεμηθεί πριν από τις 13 Μαΐου 2016. Όταν το νέο, επανυπολογισμένο ποσό ήταν μικρότερο από το ποσό που ήδη καταβαλλόταν, η διαφορά δεν κόπηκε άμεσα αλλά διατηρήθηκε ως «προσωπική διαφορά».
Η προσωπική διαφορά προστάτευσε το καταβαλλόμενο εισόδημα των παλαιών συνταξιούχων, ταυτόχρονα όμως αποτέλεσε εμπόδιο στην καταβολή πραγματικών αυξήσεων. Για αρκετά χρόνια, οι ετήσιες αυξήσεις πρώτα συμψηφίζονταν με αυτή και μόνο το υπόλοιπο, εφόσον υπήρχε, έφθανε στην τσέπη του συνταξιούχου.
Από το 2026 ο συμψηφισμός περιορίστηκε. Οι συνταξιούχοι που διατηρούν προσωπική διαφορά λαμβάνουν τουλάχιστον το 50% της ετήσιας αύξησης, ενώ από το 2027 οι νέες αυξήσεις θα χορηγούνται ολόκληρες, χωρίς να συμψηφίζονται με το εναπομείναν ποσό της προσωπικής διαφοράς. Η προσωπική διαφορά, πάντως, δεν διαγράφεται αναγκαστικά από το ενημερωτικό σημείωμα· παύει κυρίως να λειτουργεί ως «φρένο» στις μελλοντικές αυξήσεις.
Τι άλλαξε ο Ν. 4670/2020
Η μεταγενέστερη ασφαλιστική μεταρρύθμιση του 2020 βελτίωσε τα ποσοστά αναπλήρωσης για όσους έχουν περισσότερα από 30 έτη ασφάλισης. Ακολούθησε δεύτερος επανυπολογισμός, από τον οποίο προέκυψαν αυξήσεις κυρίως για ασφαλισμένους με πολλά χρόνια εργασίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, η αύξηση δεν καταβλήθηκε ολόκληρη, επειδή συμψηφίστηκε με την προσωπική διαφορά.
Τι ισχύει για τους εργαζόμενους συνταξιούχους
Ο αρχικός νόμος προέβλεπε ιδιαίτερα αυστηρή περικοπή για όσους συνέχιζαν να εργάζονται. Το καθεστώς αυτό έχει πλέον αλλάξει. Από την 1η Ιανουαρίου 2024 η σύνταξη, κατά κανόνα, δεν μειώνεται λόγω εργασίας. Ο απασχολούμενος συνταξιούχος καταβάλλει, όμως, μαζί με τις ασφαλιστικές εισφορές, ειδικό μη ανταποδοτικό πόρο υπέρ του e-ΕΦΚΑ.
Η εργασία πρέπει να δηλώνεται στον e-ΕΦΚΑ πριν από την έναρξή της. Η παράλειψη της δήλωσης μπορεί να επιφέρει χρηματική κύρωση ίση με δώδεκα μηνιαίες κύριες και επικουρικές συντάξεις. Μετά τη διακοπή της εργασίας, ο πρόσθετος ασφαλιστικός χρόνος μπορεί, κατόπιν αίτησης, να αξιοποιηθεί για μικρή προσαύξηση της σύνταξης.
Τι πρέπει να προσέχουν ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι
Ο «νόμος Κατρούγκαλου» δεν είναι σήμερα ακριβώς ο νόμος που ψηφίστηκε το 2016. Έχει υποστεί σημαντικές διορθώσεις, όμως οι βασικές του επιλογές εξακολουθούν να καθορίζουν το ύψος των συντάξεων.
Για τον ασφαλισμένο έχει πλέον ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο το πότε θα συνταξιοδοτηθεί, αλλά και πόσα χρόνια θα συμπληρώσει, ποιες αποδοχές εμφανίζονται στον ασφαλιστικό του λογαριασμό και εάν τον συμφέρει η αναγνώριση πλασματικών ετών. Για τον ήδη συνταξιούχο κρίσιμα στοιχεία είναι το επανυπολογισμένο ποσό, η ύπαρξη προσωπικής διαφοράς και η ορθή εφαρμογή των ετήσιων αυξήσεων.
Επειδή ακόμη και ένα έτος ασφάλισης ή μία λανθασμένη εγγραφή μπορεί να μεταβάλει το τελικό ποσό, απαιτείται έγκαιρος έλεγχος του ασφαλιστικού ιστορικού και του ενημερωτικού σημειώματος. Η σύνταξη δεν αποτελεί πλέον αποτέλεσμα ενός απλού πίνακα, αλλά ενός σύνθετου υπολογισμού που χρειάζεται εξατομικευμένη εξέταση.



