Συνταξιοδότηση Συγγενών Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες

Γεώργιος Αγραπίδης • 4 Οκτωβρίου 2026

Συνταξιοδότηση Συγγενών Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες

Τι ισχύει για γονείς, αδέλφια και συζύγους ατόμων με αναπηρία. Οι προϋποθέσεις κατά περίπτωση.

Με τη συμπλήρωση 7.500 ημερών εργασίας ή 25 ετών πραγματικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, δικαιούνται σύνταξη οι γονείς και τα αδέλφια ατόμων άγαμων με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, τα οποία δεν εργάζονται και δεν νοσηλεύονται σε ιδρύματα με δαπάνη ασφαλιστικού ή άλλου δημόσιου φορέα. Ιδιες είναι και οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για τους συζύγους αναπήρων με ποσοστό 80% και άνω -εφόσον έχουν διανύσει τουλάχιστον δεκαετή έγγαμο βίο- που είναι ασφαλισμένοι σε φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, αρμοδιότητας του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Μάλιστα οι ευεργετικές αυτές προϋποθέσεις ισχύουν ανεξάρτητα από τον χρόνο που ο ασφαλισμένος υπήχθη στην κοινωνική ασφάλιση. Γι’ αυτήν την κατηγορία ασφαλισμένων ισχύουν επίσης πλασματικοί χρόνοι ασφάλισης, οι οποίοι είναι:

- Ο χρόνος στρατιωτικής θητείας, ο οποίος αναγνωρίζεται κατόπιν εξαγοράς.

- Ο χρόνος γονικής άδειας ανατροφής παιδιών, που επίσης αναγνωρίζεται κατόπιν εξαγοράς.

- Ο προβλεπόμενος από την εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας λόγω κύησης και λοχείας.

Το δικαίωμα συνταξιοδότησης ασκείται διαζευκτικά από τον ένα γονέα ή, στην περίπτωση των αδελφών, από έναν αδελφό σε έναν φορέα κύριας και σε έναν φορέα επικουρικής ασφάλισης και δεν ισχύει για χορήγηση δεύτερης σύνταξης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένας γονέας μπορεί να ευεργετηθεί από τους μειωμένους χρόνους.

Για την άσκηση του δικαιώματος από τον γονέα του ανάπηρου τέκνου πρέπει, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση, ο έτερος γονέας να μη λαμβάνει ή να μη δικαιούται σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο, να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 2.400 ημέρες ή 8 έτη πραγματικής ασφάλισης, εκ των οποίων 600 ημέρες ή 2 έτη τα τελευταία 4 χρόνια, σε φορείς κύριας ασφάλισης ή και το Δημόσιο και να εργάζεται. Σε περίπτωση που το ανάπηρο παιδί έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, το δικαίωμα ασκείται από τον γονέα που έχει οριστεί δικαστικός συμπαραστάτης.

Για την άσκηση του δικαιώματος από τον αδελφό πρέπει για τουλάχιστον μία πενταετία πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση να έχει οριστεί δικαστικός συμπαραστάτης του αδελφού με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας. Επίσης, ο αδελφός με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω θα πρέπει να συνοικεί αποδεδειγμένα μαζί του. Κατά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης οι δύο αδελφοί απαιτείται να είναι ορφανοί και από τους δύο γονείς ή ο εν ζωή γονέας να είναι ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω.

Σε περίπτωση παύσης της δικαστικής συμπαράστασης ή διακοπής της συνοίκησης, η σύνταξη διακόπτεται από την ημερομηνία της παύσης ή της διακοπής, αντίστοιχα, και επαναχορηγείται εφόσον συντρέξουν εκ νέου οι προϋποθέσεις του παρόντος. Πάντως, αν το ανάπηρο παιδί ή σύζυγος ή αδελφός ή αδελφή αναλάβει εργασία ή αυτοαπασχοληθεί, αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξης για όσο χρόνο διαρκεί η εργασία ή η αυτοαπασχόληση. Το καταβαλλόμενο ποσό σύνταξης δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το πλήρες κατώτατο όριο σύνταξης λόγω γήρατος, που καταβάλλεται κάθε φορά από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα.


Από Γεώργιος Αγραπίδης • 16 Οκτωβρίου 2026
Πρακτικός οδηγός για μισθωτούς και επιχειρήσεις: οι πρώτες τρεις ημέρες, τα δικαιώματα αποδοχών, η ηλεκτρονική αίτηση και τα συνηθισμένα λάθη. Εισαγωγή Όταν ένας εργαζόμενος αρρωστήσει και δεν μπορεί να εργαστεί, τα ερωτήματα εμφανίζονται αμέσως: θα πληρωθεί κανονικά; Ποιος καταβάλλει τα χρήματα, ο εργοδότης ή ο e-ΕΦΚΑ; Χρειάζεται ιατρική γνωμάτευση και ποια προθεσμία ισχύει για το επίδομα; Οι απαντήσεις δεν είναι ίδιες για κάθε περίπτωση, επειδή η προστασία προκύπτει από δύο διαφορετικά συστήματα: το εργατικό δίκαιο και τις ασφαλιστικές παροχές ασθενείας. 1. Η ασθένεια δεν είναι αδικαιολόγητη απουσία Η πραγματική αδυναμία παροχής εργασίας λόγω ασθένειας συνιστά, κατά κανόνα, ανυπαίτιο κώλυμα. Τα άρθρα 657 και 658 του Αστικού Κώδικα προβλέπουν ότι ο μισθωτός, αφού έχει παράσχει τουλάχιστον δέκα ημέρες εργασίας, μπορεί να διατηρεί αξίωση για αποδοχές όταν εμποδίζεται να εργαστεί από σπουδαίο λόγο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Ο εργαζόμενος οφείλει να ενημερώσει έγκαιρα τον εργοδότη για την αδυναμία προσέλευσης και να προσκομίσει, μέσα σε εύλογο χρόνο, την απαιτούμενη ιατρική τεκμηρίωση. Η έγκαιρη επικοινωνία βοηθά τόσο στη δικαιολόγηση της απουσίας όσο και στη σωστή μισθολογική και ασφαλιστική διαχείρισή της. 2. Για πόσο διάστημα οφείλει αποδοχές ο εργοδότης; Η αξίωση αποδοχών από τον εργοδότη, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει χρονικό όριο: μέχρι μισό μήνα όταν το κώλυμα εμφανίζεται πριν συμπληρωθεί ένα έτος από την έναρξη της σύμβασης και μέχρι έναν μήνα όταν εμφανίζεται μετά τη συμπλήρωση του έτους. Η αναφορά στο έτος αφορά το εργασιακό έτος, δηλαδή την περίοδο που υπολογίζεται με αφετηρία την ημερομηνία πρόσληψης, και όχι απλώς το ημερολογιακό έτος. Τα όρια αυτά δεν σημαίνουν ότι ο εργοδότης καταβάλλει υποχρεωτικά πλήρη μισθό χωρίς καμία προσαρμογή. Η καταβολή συνδυάζεται με ειδικούς κανόνες για τις πρώτες ημέρες ασθένειας και με το δικαίωμα αφαίρεσης των ποσών που καταβάλλονται στον εργαζόμενο από την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση για το ίδιο κώλυμα. 3. Τι ισχύει για τις τρεις πρώτες ημέρες; Κατά το ειδικό καθεστώς που αναφέρει το Υπουργείο Εργασίας, για τις τρεις πρώτες ημέρες του κωλύματος ο εργοδότης καταβάλλει το μισό ημερομίσθιο ή το αντίστοιχο μέρος του μισθού. Πρόκειται για κανόνα που συχνά δημιουργεί σύγχυση: η δικαιολογημένη απουσία δεν ταυτίζεται με πλήρη καταβολή αποδοχών από την πρώτη ημέρα. Από την τέταρτη ημέρα μπορεί να αρχίσει η επιδότηση ασθενείας από τον e-ΕΦΚΑ, εφόσον ο ασφαλισμένος πληροί τις ασφαλιστικές και ιατρικές προϋποθέσεις. Για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα εντός των ορίων των άρθρων 657–658 ΑΚ, ο εργοδότης υπολογίζει τις οφειλόμενες αποδοχές λαμβάνοντας υπόψη και το ποσό της ασφαλιστικής παροχής που δικαιούται να αφαιρέσει. 4. Πότε δικαιούται ο μισθωτός επίδομα ασθενείας από τον e-ΕΦΚΑ; Το επίδομα ασθενείας είναι ασφαλιστική παροχή και δεν χορηγείται αυτομάτως σε κάθε εργαζόμενο που απουσιάζει. Απαιτείται βεβαιωμένη ανικανότητα για εργασία και πλήρωση των προϋποθέσεων του ασφαλιστικού καθεστώτος στο οποίο υπάγεται ο μισθωτός. Για τους ασφαλισμένους που υπάγονται στους σχετικούς κανόνες του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο e-ΕΦΚΑ αναφέρει ως βασική χρονική προϋπόθεση τουλάχιστον 120 ημέρες εργασίας είτε στο προηγούμενο ημερολογιακό έτος είτε στο προηγούμενο δεκαπεντάμηνο, χωρίς να προσμετράται το τελευταίο τρίμηνο του δεκαπενταμήνου. Σε ορισμένους πρώην φορείς ισχύουν διαφορετικοί κανόνες· ενδεικτικά, για το πρώην ΤΑΞΥ αναφέρονται 100 ημέρες. Η καταβολή για εξαρτημένη εργασία αρχίζει, κατά τον γενικό κανόνα που παρουσιάζει ο e-ΕΦΚΑ, από την τέταρτη ημέρα ασθένειας. Η διάρκεια και το ύψος του επιδόματος εξαρτώνται από το ασφαλιστικό ιστορικό και τις εφαρμοστέες διατάξεις· δεν πρέπει να συγχέονται με τον συνήθη μηνιαίο μισθό. 5. Η ηλεκτρονική αίτηση: προσοχή στην προθεσμία των οκτώ μηνών Για τη συνήθη ηλεκτρονική διαδικασία, ο εργαζόμενος χρειάζεται ιατρική γνωμάτευση ανικανότητας για εργασία που έχει εκδοθεί μέσω του συστήματος ηλεκτρονικής συνταγογράφησης. Η αίτηση υποβάλλεται στην ηλεκτρονική υπηρεσία επιδόματος ασθενείας/ατυχήματος του e-ΕΦΚΑ με τους προσωπικούς κωδικούς πρόσβασης. Σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες, η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός οκτώ μηνών από την έκδοση της ιατρικής γνωμάτευσης. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με ηλεκτρονική επιβεβαίωση από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν απασχολήθηκε κατά το δηλωθέν διάστημα ασθένειας. Σε μεγαλύτερες περιόδους ανικανότητας μπορεί να απαιτείται παραπομπή σε αρμόδια υγειονομική επιτροπή. Για αυτό είναι σημαντικό να ελέγχεται όχι μόνο η διάρκεια της αναρρωτικής άδειας, αλλά και η ορθότητα της γνωμάτευσης και των ηλεκτρονικών καταχωρίσεων. 6. Τι γίνεται αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις επιδότησης; Η μη χορήγηση επιδόματος από τον e-ΕΦΚΑ δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος χάνει αυτομάτως κάθε δικαίωμα έναντι του εργοδότη. Οι αξιώσεις αποδοχών των άρθρων 657 και 658 ΑΚ κρίνονται αυτοτελώς, με βάση τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, την ύπαρξη ανυπαίτιου κωλύματος και τα αντίστοιχα χρονικά όρια. Όταν δεν καταβάλλεται ασφαλιστικό επίδομα, δεν υπάρχει αντίστοιχο ποσό προς αφαίρεση από τις οφειλόμενες αποδοχές του υπολοίπου διαστήματος. Η μισθοδοτική εκκαθάριση πρέπει, πάντως, να λαμβάνει υπόψη τον ειδικό κανόνα των πρώτων τριών ημερών, τη μορφή αμοιβής και τυχόν ευνοϊκότερους όρους. 7. Η ασθένεια συμψηφίζεται με την κανονική άδεια; Η βραχείας διάρκειας ασθένεια δεν αντιμετωπίζεται ως κανονική άδεια αναψυχής. Η Επιθεώρηση Εργασίας διευκρινίζει ότι οι περίοδοι βραχείας ασθένειας θεωρούνται χρόνος πραγματικής απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες της ετήσιας κανονικής άδειας. Για απουσίες που υπερβαίνουν τα όρια της βραχείας ασθένειας ισχύουν ειδικότερες διακρίσεις, οι οποίες χρειάζονται εξατομικευμένο έλεγχο. Επομένως, δεν είναι σωστό μια επιχείρηση να αφαιρεί μηχανικά κάθε ημέρα ασθένειας από το υπόλοιπο της ετήσιας άδειας. 8. Μπορεί να γίνει απόλυση όσο ο εργαζόμενος είναι ασθενής; Η ασθένεια δεν δημιουργεί, από μόνη της και σε κάθε περίπτωση, απόλυτη απαγόρευση καταγγελίας της σύμβασης. Η Επιθεώρηση Εργασίας επισημαίνει ότι απόλυση κατά τη διάρκεια ασθένειας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων και χωρίς καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος. Αυτό δεν επιτρέπει να θεωρείται η ασθένεια «παραίτηση» ούτε να αγνοούνται ειδικές προστατευτικές διατάξεις, όπως εκείνες που μπορεί να ισχύουν λόγω εγκυμοσύνης, αναπηρίας ή άλλων προστατευόμενων περιστάσεων. Κάθε τέτοια περίπτωση απαιτεί ιδιαίτερη νομική αξιολόγηση. 9. Πρακτικό παράδειγμα: απουσία έξι ημερών Μισθωτός με σύμβαση αορίστου χρόνου, που εργάζεται στον ίδιο εργοδότη επί δύο έτη, απουσιάζει λόγω ασθένειας επί έξι συνεχόμενες ημέρες και διαθέτει νόμιμη ιατρική γνωμάτευση. Για τις τρεις πρώτες ημέρες εφαρμόζεται ο ειδικός κανόνας καταβολής του μισού ημερομισθίου ή του αντίστοιχου μέρους του μισθού. Από την τέταρτη ημέρα εξετάζεται αν δικαιούται επίδομα ασθενείας από τον e-ΕΦΚΑ. Για το υπόλοιπο διάστημα, η υποχρέωση του εργοδότη προσδιορίζεται βάσει των άρθρων 657–658 ΑΚ και του τυχόν ποσού επιδότησης. Το ακριβές καθαρό πληρωτέο ποσό δεν μπορεί να προκύψει χωρίς στοιχεία αποδοχών, ασφαλιστικής υπαγωγής και πραγματικών ημερών εργασίας. Το παράδειγμα δείχνει γιατί δεν αρκεί η απλή καταχώριση «6 ημέρες αναρρωτική»: απαιτούνται δύο χωριστοί έλεγχοι, εργατικός και ασφαλιστικός. 10. Πέντε κινήσεις που προλαμβάνουν προβλήματα Ο εργαζόμενος ενημερώνει αμέσως την επιχείρηση για την απουσία του, ζητά έγκυρη ιατρική γνωμάτευση, ελέγχει αν συμπληρώνει τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης, υποβάλλει εγκαίρως την ηλεκτρονική αίτηση και παρακολουθεί την εξέλιξή της. Ο εργοδότης ή το λογιστήριο καταχωρίζει ορθά την απουσία, επιβεβαιώνει ηλεκτρονικά το διάστημα μη απασχόλησης όταν ζητηθεί, υπολογίζει ξεχωριστά τις αποδοχές ασθενείας και το τυχόν επίδομα και τηρεί αρχείο των απαραίτητων δικαιολογητικών με σεβασμό στα προσωπικά δεδομένα υγείας.  Συμπέρασμα Η αναρρωτική άδεια δεν είναι ούτε άδεια άνευ αποδοχών ούτε εγγύηση πλήρους μισθού για απεριόριστο διάστημα. Η προστασία του εργαζομένου στηρίζεται σε συγκεκριμένους κανόνες: δικαιολογημένη αποχή, χρονικά όρια εργοδοτικής μισθοδοσίας, ειδική μεταχείριση των πρώτων τριών ημερών και ασφαλιστικό επίδομα υπό προϋποθέσεις. Η σωστή αντιμετώπιση αρχίζει από την έγκαιρη ενημέρωση και την έγκυρη ιατρική τεκμηρίωση και ολοκληρώνεται με σωστό υπολογισμό αποδοχών και εμπρόθεσμη αίτηση στον e-ΕΦΚΑ. Όταν η ασθένεια είναι μακρά, επαναλαμβανόμενη ή συνδυάζεται με απόλυση ή ειδικό ασφαλιστικό καθεστώς, ο εξατομικευμένος νομικός έλεγχος είναι απαραίτητος.
Από Γεώργιος Αγραπίδης • 19 Σεπτεμβρίου 2026
Δέκα χρόνια μετά την ψήφισή του, ο Ν. 4387/2016, γνωστός ως «νόμος Κατρούγκαλου», εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία υπολογίζονται οι περισσότερες συντάξεις στην Ελλάδα. Μπορεί έκτοτε να τροποποιήθηκε πολλές φορές, κυρίως με τον Ν. 4670/2020 και μεταγενέστερες παρεμβάσεις, ωστόσο ο βασικός του μηχανισμός δεν έχει καταργηθεί. Μία σύνταξη με δύο τμήματα Η σημαντικότερη αλλαγή που επέφερε ήταν η καθιέρωση ενός ενιαίου τρόπου υπολογισμού για τους ασφαλισμένους όλων των πρώην Ταμείων. Η κύρια σύνταξη αποτελείται πλέον από δύο διακριτά τμήματα: την εθνική σύνταξη , η οποία χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, και την ανταποδοτική σύνταξη , η οποία εξαρτάται από τις εισφορές, τις συντάξιμες αποδοχές και τα συνολικά έτη ασφάλισης. Το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης ανέρχεται το 2026 σε 446,87 ευρώ . Δεν καταβάλλεται, όμως, πάντοτε ολόκληρο. Μειώνεται όταν ο ασφαλισμένος έχει λιγότερα από 20 έτη ασφάλισης, όταν δεν διαθέτει 40 έτη νόμιμης και μόνιμης διαμονής στην Ελλάδα ή όταν αποχωρεί με μειωμένη σύνταξη. Μετρά ολόκληρη η ασφαλιστική πορεία Στον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των συντάξιμων αποδοχών από το 2002 έως τον μήνα πριν από την υποβολή της αίτησης. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκούν ορισμένα χρόνια υψηλών αποδοχών λίγο πριν από τη συνταξιοδότηση. Χαμηλοί μισθοί, ανεργία, διακοπές ασφάλισης και επιλογή χαμηλής ασφαλιστικής κατηγορίας από τους ελεύθερους επαγγελματίες επηρεάζουν άμεσα το τελικό ποσό. Παράλληλα, στις νέες συντάξεις γήρατος δεν προβλέπεται ένα ενιαίο κατώτατο ποσό που να προστατεύει όλους τους ασφαλισμένους. Έτσι, ένας πολίτης με λίγα χρόνια ασφάλισης και χαμηλές αποδοχές μπορεί να λάβει ιδιαίτερα χαμηλή σύνταξη, ακόμη και αν έχει συμπληρώσει το απαιτούμενο όριο ηλικίας. Τι είναι η προσωπική διαφορά Ο νόμος προέβλεψε και τον επανυπολογισμό των συντάξεων που είχαν απονεμηθεί πριν από τις 13 Μαΐου 2016. Όταν το νέο, επανυπολογισμένο ποσό ήταν μικρότερο από το ποσό που ήδη καταβαλλόταν, η διαφορά δεν κόπηκε άμεσα αλλά διατηρήθηκε ως «προσωπική διαφορά» . Η προσωπική διαφορά προστάτευσε το καταβαλλόμενο εισόδημα των παλαιών συνταξιούχων, ταυτόχρονα όμως αποτέλεσε εμπόδιο στην καταβολή πραγματικών αυξήσεων. Για αρκετά χρόνια, οι ετήσιες αυξήσεις πρώτα συμψηφίζονταν με αυτή και μόνο το υπόλοιπο, εφόσον υπήρχε, έφθανε στην τσέπη του συνταξιούχου. Από το 2026 ο συμψηφισμός περιορίστηκε. Οι συνταξιούχοι που διατηρούν προσωπική διαφορά λαμβάνουν τουλάχιστον το 50% της ετήσιας αύξησης, ενώ από το 2027 οι νέες αυξήσεις θα χορηγούνται ολόκληρες, χωρίς να συμψηφίζονται με το εναπομείναν ποσό της προσωπικής διαφοράς. Η προσωπική διαφορά, πάντως, δεν διαγράφεται αναγκαστικά από το ενημερωτικό σημείωμα· παύει κυρίως να λειτουργεί ως «φρένο» στις μελλοντικές αυξήσεις. Τι άλλαξε ο Ν. 4670/2020 Η μεταγενέστερη ασφαλιστική μεταρρύθμιση του 2020 βελτίωσε τα ποσοστά αναπλήρωσης για όσους έχουν περισσότερα από 30 έτη ασφάλισης. Ακολούθησε δεύτερος επανυπολογισμός, από τον οποίο προέκυψαν αυξήσεις κυρίως για ασφαλισμένους με πολλά χρόνια εργασίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, η αύξηση δεν καταβλήθηκε ολόκληρη, επειδή συμψηφίστηκε με την προσωπική διαφορά. Τι ισχύει για τους εργαζόμενους συνταξιούχους Ο αρχικός νόμος προέβλεπε ιδιαίτερα αυστηρή περικοπή για όσους συνέχιζαν να εργάζονται. Το καθεστώς αυτό έχει πλέον αλλάξει. Από την 1η Ιανουαρίου 2024 η σύνταξη, κατά κανόνα, δεν μειώνεται λόγω εργασίας. Ο απασχολούμενος συνταξιούχος καταβάλλει, όμως, μαζί με τις ασφαλιστικές εισφορές, ειδικό μη ανταποδοτικό πόρο υπέρ του e-ΕΦΚΑ. Η εργασία πρέπει να δηλώνεται στον e-ΕΦΚΑ πριν από την έναρξή της. Η παράλειψη της δήλωσης μπορεί να επιφέρει χρηματική κύρωση ίση με δώδεκα μηνιαίες κύριες και επικουρικές συντάξεις. Μετά τη διακοπή της εργασίας, ο πρόσθετος ασφαλιστικός χρόνος μπορεί, κατόπιν αίτησης, να αξιοποιηθεί για μικρή προσαύξηση της σύνταξης. Τι πρέπει να προσέχουν ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι Ο «νόμος Κατρούγκαλου» δεν είναι σήμερα ακριβώς ο νόμος που ψηφίστηκε το 2016. Έχει υποστεί σημαντικές διορθώσεις, όμως οι βασικές του επιλογές εξακολουθούν να καθορίζουν το ύψος των συντάξεων. Για τον ασφαλισμένο έχει πλέον ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο το πότε θα συνταξιοδοτηθεί, αλλά και πόσα χρόνια θα συμπληρώσει, ποιες αποδοχές εμφανίζονται στον ασφαλιστικό του λογαριασμό και εάν τον συμφέρει η αναγνώριση πλασματικών ετών. Για τον ήδη συνταξιούχο κρίσιμα στοιχεία είναι το επανυπολογισμένο ποσό, η ύπαρξη προσωπικής διαφοράς και η ορθή εφαρμογή των ετήσιων αυξήσεων. Επειδή ακόμη και ένα έτος ασφάλισης ή μία λανθασμένη εγγραφή μπορεί να μεταβάλει το τελικό ποσό, απαιτείται έγκαιρος έλεγχος του ασφαλιστικού ιστορικού και του ενημερωτικού σημειώματος. Η σύνταξη δεν αποτελεί πλέον αποτέλεσμα ενός απλού πίνακα, αλλά ενός σύνθετου υπολογισμού που χρειάζεται εξατομικευμένη εξέταση.
Από Γεώργιος Αγραπίδης • 4 Ιουλίου 2026
Τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου μας δίνεται η ευκαιρία να συζητήσουμε ένα ζήτημα που αφορά χιλιάδες οικογένειες: τις συντάξεις χηρείας και τη νομοθετική ρύθμιση που ανακοινώθηκε για την κατάργηση της περικοπής μετά την τριετία. Σύμφωνα με τις πρόσφατες ανακοινώσεις του Υπουργείου Εργασίας, έρχεται νομοθετική ρύθμιση που καταργεί την περικοπή της σύνταξης χηρείας μετά την τριετία. Πολύ απλά, η σύνταξη χηρείας δεν θα μειώνεται από το 70% στο 35%, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η ρύθμιση αφορά τις συντάξεις χηρείας που υπάγονται στο πλαίσιο του νόμου Κατρούγκαλου, δηλαδή κυρίως τις συντάξεις λόγω θανάτου που χορηγήθηκαν με το νέο πλαίσιο, για περιπτώσεις από τις 13 Μαΐου 2016 και μετά. Για παλαιότερες περιπτώσεις, θανάτους δηλαδή πριν από τις 13 Μαΐου 2016, ισχύουν διαφορετικοί κανόνες, ανάλογα με το πρώην ασφαλιστικό Ταμείο. Τι ίσχυε μέχρι σήμερα; Μέχρι σήμερα, ο γενικός κανόνας ήταν ο εξής: Για την πρώτη τριετία από τον θάνατο, ο/η επιζών/-ώσα σύζυγος λάμβανε το 70% της σύνταξης που έπαιρνε ή θα δικαιούταν ο θανών. Μετά τη συμπλήρωση της τριετίας, αν ο/η επιζών/-ώσα: εργαζόταν,αυτοαπασχολούνταν,ή λάμβανε δική του/της σύνταξη, τότε η σύνταξη χηρείας μειωνόταν κατά 50%. Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι το 70% της σύνταξης του θανόντος γινόταν 35%. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που τόσοι πολλοί δικαιούχοι είχαν αγωνία για το τι θα συμβεί μετά την τριετία. Τι αλλάζει τώρα; Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Υπουργείου: Καταργείται η περικοπή μετά την τριετία. Η σύνταξη χηρείας θα παραμένει στο 70%. Δεν θα ζητηθούν αναδρομικά από όσους δεν είχε εφαρμοστεί έως τώρα η περικοπή. Όσοι είχαν ήδη δει μείωση, αναμένεται να δουν τη σύνταξή τους να επιστρέφει στο 70%. Θα συνεχιστεί η καταβολή δύο εθνικών συντάξεων όταν προκύπτουν από διαφορετικά ασφαλιστικά δικαιώματα, όπως η δική του/της σύνταξη και η σύνταξη χηρείας. Στην πράξη λοιπόν, η σύνταξη χηρείας δεν θα “πέφτει” πλέον στο μισό μετά την τριετία. Τι γίνεται με τα αναδρομικά; Αυτό είναι ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία. Πολλοί δικαιούχοι φοβούνταν ότι, επειδή δεν είχε εφαρμοστεί έγκαιρα η περικοπή, ο e-ΕΦΚΑ θα μπορούσε κάποια στιγμή να τους ζητήσει πίσω ποσά ως αχρεωστήτως καταβληθέντα. Σύμφωνα όμως με τις ανακοινώσεις: Δεν θα ζητηθούν αναδρομικά από όσους δεν είχε εφαρμοστεί μέχρι σήμερα η περικοπή. Αυτό δίνει μεγάλη ανακούφιση σε χιλιάδες οικογένειες, γιατί απομακρύνει τον κίνδυνο ενός ξαφνικού και δυσβάσταχτου καταλογισμού. Τι γίνεται με όσους είχαν ήδη μείωση; Υπάρχουν ήδη δικαιούχοι που είχαν δει τη σύνταξή τους να μειώνεται από το 70% στο 35%. Για αυτές τις περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν, αναμένεται: επαναφορά της σύνταξης στο 70% έκδοση οδηγιών για τον τρόπο εφαρμογής διευκρινίσεις για το πότε θα ξεκινήσει η αποκατάσταση Εδώ χρειάζεται προσοχή, γιατί μέχρι να ψηφιστεί η διάταξη και να εκδοθούν οι σχετικές οδηγίες, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες. Τι σημαίνει η καταβολή δύο εθνικών συντάξεων; Ένα ακόμη σημαντικό σημείο είναι ότι, σύμφωνα με την ανακοίνωση, θα συνεχίσει η καταβολή δύο εθνικών συντάξεων όταν πρόκειται για διαφορετικά ασφαλιστικά δικαιώματα. Για παράδειγμα: η μία σύνταξη προέρχεται από δικό του/της δικαίωμα η άλλη από σύνταξη χηρείας Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί πολλοί συνταξιούχοι είχαν μπερδευτεί με το πώς υπολογίζονται οι συντάξεις όταν υπάρχουν δύο πηγές δικαιώματος. Εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική τεχνική επισήμανση. Μέχρι αυτή τη στιγμή, έχουμε επίσημη ανακοίνωση και εξαγγελία νομοθετικής παρέμβασης. Αυτό σημαίνει ότι η κατεύθυνση είναι σαφής, αλλά για να γνωρίζουμε με απόλυτη ακρίβεια όλες τις λεπτομέρειες, πρέπει να δούμε το τελικό κείμενο της διάταξης, όπως αυτό θα ψηφιστεί και δημοσιευτεί στο ΦΕΚ.
Περισσότερα →