ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ. ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΙ.
Γεώργιος Αγραπίδης • 11 Σεπτεμβρίου 2025

Η παράλληλη ασφάλιση αποτελεί ένα από τα πιο περίπλοκα ζητήματα του ασφαλιστικού συστήματος, επηρεάζοντας χιλιάδες εργαζόμενους που διατηρούν παράλληλα περισσότερες από μία επαγγελματικές δραστηριότητες.
Ποιους αφορά;
Το φαινόμενο της παράλληλης ασφάλισης συναντάται συχνά σε επαγγελματικές ομάδες όπως γιατροί που διατηρούν ιδιωτικό ιατρείο και παράλληλα εργάζονται στο ΕΣΥ, δικηγόροι με έμμισθη σχέση εργασίας, μηχανικοί που απασχολούνται ως μισθωτοί ενώ διατηρούν και τεχνικό γραφείο, καθώς και άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες που παράλληλα μισθοδοτούνται.
Οι βασικές αρχές υπολογισμού των εισφορών
Σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, οι ασφαλισμένοι με παράλληλη απασχόληση καταβάλλουν εισφορές για κάθε επαγγελματική δραστηριότητα ξεχωριστά. Ωστόσο, υπάρχει ανώτατο όριο μηνιαίων αποδοχών επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές, το οποίο είναι κοινό για το σύνολο των δραστηριοτήτων.
Πώς υπολογίζεται η σύνταξη;
Κατά τον υπολογισμό της σύνταξης, λαμβάνονται υπόψη:
- Το σύνολο του χρόνου ασφάλισης από όλες τις δραστηριότητες
- Οι συντάξιμες αποδοχές από κάθε πηγή εισοδήματος
- Τα ποσοστά αναπλήρωσης που αντιστοιχούν στο συνολικό χρόνο ασφάλισης
Τα οφέλη για τους ασφαλισμένους
Η παράλληλη ασφάλιση, παρά την πολυπλοκότητά της, μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη:
1. Υψηλότερη ανταποδοτική σύνταξη λόγω περισσότερων εισφορών
2. Ταχύτερη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης
3. Δυνατότητα επιλογής ευνοϊκότερων διατάξεων συνταξιοδότησης

Δέκα χρόνια μετά την ψήφισή του, ο Ν. 4387/2016, γνωστός ως «νόμος Κατρούγκαλου», εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία υπολογίζονται οι περισσότερες συντάξεις στην Ελλάδα. Μπορεί έκτοτε να τροποποιήθηκε πολλές φορές, κυρίως με τον Ν. 4670/2020 και μεταγενέστερες παρεμβάσεις, ωστόσο ο βασικός του μηχανισμός δεν έχει καταργηθεί. Μία σύνταξη με δύο τμήματα Η σημαντικότερη αλλαγή που επέφερε ήταν η καθιέρωση ενός ενιαίου τρόπου υπολογισμού για τους ασφαλισμένους όλων των πρώην Ταμείων. Η κύρια σύνταξη αποτελείται πλέον από δύο διακριτά τμήματα: την εθνική σύνταξη , η οποία χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, και την ανταποδοτική σύνταξη , η οποία εξαρτάται από τις εισφορές, τις συντάξιμες αποδοχές και τα συνολικά έτη ασφάλισης. Το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης ανέρχεται το 2026 σε 446,87 ευρώ . Δεν καταβάλλεται, όμως, πάντοτε ολόκληρο. Μειώνεται όταν ο ασφαλισμένος έχει λιγότερα από 20 έτη ασφάλισης, όταν δεν διαθέτει 40 έτη νόμιμης και μόνιμης διαμονής στην Ελλάδα ή όταν αποχωρεί με μειωμένη σύνταξη. Μετρά ολόκληρη η ασφαλιστική πορεία Στον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των συντάξιμων αποδοχών από το 2002 έως τον μήνα πριν από την υποβολή της αίτησης. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκούν ορισμένα χρόνια υψηλών αποδοχών λίγο πριν από τη συνταξιοδότηση. Χαμηλοί μισθοί, ανεργία, διακοπές ασφάλισης και επιλογή χαμηλής ασφαλιστικής κατηγορίας από τους ελεύθερους επαγγελματίες επηρεάζουν άμεσα το τελικό ποσό. Παράλληλα, στις νέες συντάξεις γήρατος δεν προβλέπεται ένα ενιαίο κατώτατο ποσό που να προστατεύει όλους τους ασφαλισμένους. Έτσι, ένας πολίτης με λίγα χρόνια ασφάλισης και χαμηλές αποδοχές μπορεί να λάβει ιδιαίτερα χαμηλή σύνταξη, ακόμη και αν έχει συμπληρώσει το απαιτούμενο όριο ηλικίας. Τι είναι η προσωπική διαφορά Ο νόμος προέβλεψε και τον επανυπολογισμό των συντάξεων που είχαν απονεμηθεί πριν από τις 13 Μαΐου 2016. Όταν το νέο, επανυπολογισμένο ποσό ήταν μικρότερο από το ποσό που ήδη καταβαλλόταν, η διαφορά δεν κόπηκε άμεσα αλλά διατηρήθηκε ως «προσωπική διαφορά» . Η προσωπική διαφορά προστάτευσε το καταβαλλόμενο εισόδημα των παλαιών συνταξιούχων, ταυτόχρονα όμως αποτέλεσε εμπόδιο στην καταβολή πραγματικών αυξήσεων. Για αρκετά χρόνια, οι ετήσιες αυξήσεις πρώτα συμψηφίζονταν με αυτή και μόνο το υπόλοιπο, εφόσον υπήρχε, έφθανε στην τσέπη του συνταξιούχου. Από το 2026 ο συμψηφισμός περιορίστηκε. Οι συνταξιούχοι που διατηρούν προσωπική διαφορά λαμβάνουν τουλάχιστον το 50% της ετήσιας αύξησης, ενώ από το 2027 οι νέες αυξήσεις θα χορηγούνται ολόκληρες, χωρίς να συμψηφίζονται με το εναπομείναν ποσό της προσωπικής διαφοράς. Η προσωπική διαφορά, πάντως, δεν διαγράφεται αναγκαστικά από το ενημερωτικό σημείωμα· παύει κυρίως να λειτουργεί ως «φρένο» στις μελλοντικές αυξήσεις. Τι άλλαξε ο Ν. 4670/2020 Η μεταγενέστερη ασφαλιστική μεταρρύθμιση του 2020 βελτίωσε τα ποσοστά αναπλήρωσης για όσους έχουν περισσότερα από 30 έτη ασφάλισης. Ακολούθησε δεύτερος επανυπολογισμός, από τον οποίο προέκυψαν αυξήσεις κυρίως για ασφαλισμένους με πολλά χρόνια εργασίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, η αύξηση δεν καταβλήθηκε ολόκληρη, επειδή συμψηφίστηκε με την προσωπική διαφορά. Τι ισχύει για τους εργαζόμενους συνταξιούχους Ο αρχικός νόμος προέβλεπε ιδιαίτερα αυστηρή περικοπή για όσους συνέχιζαν να εργάζονται. Το καθεστώς αυτό έχει πλέον αλλάξει. Από την 1η Ιανουαρίου 2024 η σύνταξη, κατά κανόνα, δεν μειώνεται λόγω εργασίας. Ο απασχολούμενος συνταξιούχος καταβάλλει, όμως, μαζί με τις ασφαλιστικές εισφορές, ειδικό μη ανταποδοτικό πόρο υπέρ του e-ΕΦΚΑ. Η εργασία πρέπει να δηλώνεται στον e-ΕΦΚΑ πριν από την έναρξή της. Η παράλειψη της δήλωσης μπορεί να επιφέρει χρηματική κύρωση ίση με δώδεκα μηνιαίες κύριες και επικουρικές συντάξεις. Μετά τη διακοπή της εργασίας, ο πρόσθετος ασφαλιστικός χρόνος μπορεί, κατόπιν αίτησης, να αξιοποιηθεί για μικρή προσαύξηση της σύνταξης. Τι πρέπει να προσέχουν ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι Ο «νόμος Κατρούγκαλου» δεν είναι σήμερα ακριβώς ο νόμος που ψηφίστηκε το 2016. Έχει υποστεί σημαντικές διορθώσεις, όμως οι βασικές του επιλογές εξακολουθούν να καθορίζουν το ύψος των συντάξεων. Για τον ασφαλισμένο έχει πλέον ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο το πότε θα συνταξιοδοτηθεί, αλλά και πόσα χρόνια θα συμπληρώσει, ποιες αποδοχές εμφανίζονται στον ασφαλιστικό του λογαριασμό και εάν τον συμφέρει η αναγνώριση πλασματικών ετών. Για τον ήδη συνταξιούχο κρίσιμα στοιχεία είναι το επανυπολογισμένο ποσό, η ύπαρξη προσωπικής διαφοράς και η ορθή εφαρμογή των ετήσιων αυξήσεων. Επειδή ακόμη και ένα έτος ασφάλισης ή μία λανθασμένη εγγραφή μπορεί να μεταβάλει το τελικό ποσό, απαιτείται έγκαιρος έλεγχος του ασφαλιστικού ιστορικού και του ενημερωτικού σημειώματος. Η σύνταξη δεν αποτελεί πλέον αποτέλεσμα ενός απλού πίνακα, αλλά ενός σύνθετου υπολογισμού που χρειάζεται εξατομικευμένη εξέταση.

Τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου μας δίνεται η ευκαιρία να συζητήσουμε ένα ζήτημα που αφορά χιλιάδες οικογένειες: τις συντάξεις χηρείας και τη νομοθετική ρύθμιση που ανακοινώθηκε για την κατάργηση της περικοπής μετά την τριετία. Σύμφωνα με τις πρόσφατες ανακοινώσεις του Υπουργείου Εργασίας, έρχεται νομοθετική ρύθμιση που καταργεί την περικοπή της σύνταξης χηρείας μετά την τριετία. Πολύ απλά, η σύνταξη χηρείας δεν θα μειώνεται από το 70% στο 35%, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η ρύθμιση αφορά τις συντάξεις χηρείας που υπάγονται στο πλαίσιο του νόμου Κατρούγκαλου, δηλαδή κυρίως τις συντάξεις λόγω θανάτου που χορηγήθηκαν με το νέο πλαίσιο, για περιπτώσεις από τις 13 Μαΐου 2016 και μετά. Για παλαιότερες περιπτώσεις, θανάτους δηλαδή πριν από τις 13 Μαΐου 2016, ισχύουν διαφορετικοί κανόνες, ανάλογα με το πρώην ασφαλιστικό Ταμείο. Τι ίσχυε μέχρι σήμερα; Μέχρι σήμερα, ο γενικός κανόνας ήταν ο εξής: Για την πρώτη τριετία από τον θάνατο, ο/η επιζών/-ώσα σύζυγος λάμβανε το 70% της σύνταξης που έπαιρνε ή θα δικαιούταν ο θανών. Μετά τη συμπλήρωση της τριετίας, αν ο/η επιζών/-ώσα: εργαζόταν,αυτοαπασχολούνταν,ή λάμβανε δική του/της σύνταξη, τότε η σύνταξη χηρείας μειωνόταν κατά 50%. Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι το 70% της σύνταξης του θανόντος γινόταν 35%. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που τόσοι πολλοί δικαιούχοι είχαν αγωνία για το τι θα συμβεί μετά την τριετία. Τι αλλάζει τώρα; Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Υπουργείου: Καταργείται η περικοπή μετά την τριετία. Η σύνταξη χηρείας θα παραμένει στο 70%. Δεν θα ζητηθούν αναδρομικά από όσους δεν είχε εφαρμοστεί έως τώρα η περικοπή. Όσοι είχαν ήδη δει μείωση, αναμένεται να δουν τη σύνταξή τους να επιστρέφει στο 70%. Θα συνεχιστεί η καταβολή δύο εθνικών συντάξεων όταν προκύπτουν από διαφορετικά ασφαλιστικά δικαιώματα, όπως η δική του/της σύνταξη και η σύνταξη χηρείας. Στην πράξη λοιπόν, η σύνταξη χηρείας δεν θα “πέφτει” πλέον στο μισό μετά την τριετία. Τι γίνεται με τα αναδρομικά; Αυτό είναι ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία. Πολλοί δικαιούχοι φοβούνταν ότι, επειδή δεν είχε εφαρμοστεί έγκαιρα η περικοπή, ο e-ΕΦΚΑ θα μπορούσε κάποια στιγμή να τους ζητήσει πίσω ποσά ως αχρεωστήτως καταβληθέντα. Σύμφωνα όμως με τις ανακοινώσεις: Δεν θα ζητηθούν αναδρομικά από όσους δεν είχε εφαρμοστεί μέχρι σήμερα η περικοπή. Αυτό δίνει μεγάλη ανακούφιση σε χιλιάδες οικογένειες, γιατί απομακρύνει τον κίνδυνο ενός ξαφνικού και δυσβάσταχτου καταλογισμού. Τι γίνεται με όσους είχαν ήδη μείωση; Υπάρχουν ήδη δικαιούχοι που είχαν δει τη σύνταξή τους να μειώνεται από το 70% στο 35%. Για αυτές τις περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν, αναμένεται: επαναφορά της σύνταξης στο 70% έκδοση οδηγιών για τον τρόπο εφαρμογής διευκρινίσεις για το πότε θα ξεκινήσει η αποκατάσταση Εδώ χρειάζεται προσοχή, γιατί μέχρι να ψηφιστεί η διάταξη και να εκδοθούν οι σχετικές οδηγίες, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες. Τι σημαίνει η καταβολή δύο εθνικών συντάξεων; Ένα ακόμη σημαντικό σημείο είναι ότι, σύμφωνα με την ανακοίνωση, θα συνεχίσει η καταβολή δύο εθνικών συντάξεων όταν πρόκειται για διαφορετικά ασφαλιστικά δικαιώματα. Για παράδειγμα: η μία σύνταξη προέρχεται από δικό του/της δικαίωμα η άλλη από σύνταξη χηρείας Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί πολλοί συνταξιούχοι είχαν μπερδευτεί με το πώς υπολογίζονται οι συντάξεις όταν υπάρχουν δύο πηγές δικαιώματος. Εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική τεχνική επισήμανση. Μέχρι αυτή τη στιγμή, έχουμε επίσημη ανακοίνωση και εξαγγελία νομοθετικής παρέμβασης. Αυτό σημαίνει ότι η κατεύθυνση είναι σαφής, αλλά για να γνωρίζουμε με απόλυτη ακρίβεια όλες τις λεπτομέρειες, πρέπει να δούμε το τελικό κείμενο της διάταξης, όπως αυτό θα ψηφιστεί και δημοσιευτεί στο ΦΕΚ.

Έχει πλέον εδραιωθεί η σύγκλιση όλων των ειδικών ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στον γενικό κανόνα της εξόδου στα 62 ή τα 67 που ισχύει εδώ και μία τετραετία, ήδη από την 1.1.2022. Οι αιτήσεις συνταξιοδότησης και φέτος θα σημειώσουν αύξηση τουλάχιστον κατά 20% και ιδίως στο Δημόσιο άνω του 50%. Οι ασφαλισμένοι άνδρες και γυναίκες του Δημοσίου που επιθυμούν να συνταξιοδοτηθούν με μειωμένη σύνταξη θα πρέπει να δύνανται (ακόμη και με εξαγορές πλασματικών ετών) ή να έχουν αναδρομικώς ήδη συμπληρώσει 25 ακέραια έτη ασφάλισης έως 31.12.2012, ΑΛΛΑ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ και το προβλεπόμενο όριο ηλικίας (55 το 2010, 56 το 2011, 58 το 2012) έως 31.12.2022. Ενόψει, λοιπόν, ενδεχόμενων μεταβολών στο ασφαλιστικό και επειδή πλέον έχει μπει φρένο σε πρόωρες (πριν τα 62) συνταξιοδοτήσεις, θα πρέπει οι ασφαλισμένοι, ηλικίας από 55 έως και 60 στο Δημόσιο να είναι σε επαγρύπνηση, αναφορικά με την ενεργοποίηση της συνταξιοδοτικής διαδικασίας, καθώς ο κίνδυνος του εγκλωβισμού μπορεί να αποβεί μεγάλος. Επίσης, απαιτείται προσοχή, καθώς τα όρια ηλικίας μειωμένης σύνταξης στο Δημόσιο, δεν υπέστησαν, με σχετική δευκρινιστική εγκύκλιο του ΓΛΚ, μεταβατικές αυξήσεις, ώστε να επεκταθεί η διατήρηση/κατοχύρωση του μεταβατικού ορίου ηλικίας (όπως ισχύει στις λοιπές κατηγορίες ασφαλισμένων) και μετά την 01/01/2022! Το «πέναλτι» της μείωσης (που φθάνει έως και το 30%) εφαρμόζεται μόνο στο ποσό της Εθνικής Σύνταξης και όχι στο σύνολο, ενώ η Ανταποδοτική Σύνταξη χορηγείται πλήρης. Υπό την ανωτέρω προοπτική, η έξοδος καθίσταται συμφέρουσα για όλους τους υπαλλήλους που έχουν κατοχυρωμένο δικαίωμα μειωμένης, αλλά απέχουν πολύ από τα νέα όρια για πλήρη. Πρέπει, τέλος, να διευκρινιστεί ότι η χρήση πλασματικών ετών αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο ώστε να θεμελιωθεί το συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Η επιλογή αυτή είναι συμφέρουσα για όσους συμπληρώνουν με τα πλασματικά πλήρη την 25ετία τα έτη 2010, το 2011 και το 2012 και με ταυτόχρονη συμπλήρωση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτούνται. Οι πιο συνηθισμένες περιπτώσεις αναγνώρισης είναι η στρατιωτική θητεία, ο χρόνος σπουδών και η αναγνώριση τέκνων. Η εξαγορά συμφέρει ιδιαίτερα κάποιες κατηγορίες ασφαλισμένων, οι οποίοι με τα πλασματικά έτη ξεκλειδώνουν την πόρτα της συνταξιοδότησης θεμελιώνοντας δικαίωμα ή φέρνουν νωρίτερα την έξοδο αυξάνοντας ταυτόχρονα – ενίοτε σημαντικά – το προσδοκώμενο ποσό της σύνταξης.
